ξεκάμωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεκάμωμα ξεκαμώματα
γενική ξεκαμώματος ξεκαμωμάτων
αιτιατική ξεκάμωμα ξεκαμώματα
κλητική ξεκάμωμα ξεκαμώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκάμωμα < μεσαιωνική ελληνική ξεκάμωμα < μεσαιωνική ελληνική ξεκάμω και ξεκάνω < ξεκάμνω < από τον αόριστο ἐξέκαμον ή άλλο τύπο του ἐκκάμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεκάμωμα ουδέτερο

  1. η μεγάλη κούραση
  2. η εξοντωση (πολιτική, ηθική), το αποτελείωμα, ο αφανισμός
    Φαυλοκρατία! Συνεργασία πολιτικῶν, ἀστυνομικῶν καί ληστῶν γιά το ξεκάμωμα τοῦ Βενιζέλου (ο σκιτσογράφος Ηλίας Κουμετάκης το 1940)
  3. η αναίρεση μιας πράξης
    Κακό σκυλί που να μην έχη κλήρα! είνε ίδιος στο κάμωμα όπως και στο ξεκάμωμα….. (Ανδρ. Καρκαβίτσας, Οι Αρχαιολόγοι)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ένα το κάμωμα ένα και το ξεκάμωμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]