ξεκάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκάνω < μεσαιωνική ελληνική ξεκάνω και ξεκάμω < ξεκάμνω < ξε + κάμνω < αρχαία ελληνική ἐκκάμνω (χάνω τις δυνάμεις μου από γηρατειά, πολέμους)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκάνω (μόνον ενεργητικό)

  1. εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ
    Με ξεκάνανε πια οι γιοί σου με τις σκανδαλιές και τις αταξίες τους
  2. (λαϊκότροπο) σκοτώνω καποιον
    Τον ξέκαναν οι μαφιόζοι
  3. {παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) "σκοτώνω" κάτι πουλώντας του σε εξευτελιστική τιμή, το πουλάω όσο-όσο, το ξεφορτώνομαι
    Ξέκανα τη μπιζουτιέρα της μαμάς στους γύφτους
  4. απαλλάσσομαι από φορτίο ή δουλειές
    Σιδέρωνα κι έπλενα όλη μέρα, αλλά τώρα είναι όλα λαμπίκο και ξέκανα
    Τους ξόφλησα και ξέκανα πια με τις βρωμοτράπεζες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]