ξεκάρφωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκάρφωτος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξεκάρφωτος

  1. που του έχουν φύγει τα καρφιά με τα οποία ήταν στερεωμένος ή που δεν έχει, ακόμα, στερεωθεί με καρφιά
  2. (μεταφορικά) (για λόγο) που είναι άσχετος με τα υπόλοιπα, που δεν έχει συνάφεια με τα υπόλοιπα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]