ξεκαμωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεκαμωμένος ξεκαμωμένη ξεκαμωμένο
γενική ξεκαμωμένου ξεκαμωμένης ξεκαμωμένου
αιτιατική ξεκαμωμένο ξεκαμωμένη ξεκαμωμένο
κλητική ξεκαμωμένε ξεκαμωμένη ξεκαμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεκαμωμένοι ξεκαμωμένες ξεκαμωμένα
γενική ξεκαμωμένων ξεκαμωμένων ξεκαμωμένων
αιτιατική ξεκαμωμένους ξεκαμωμένες ξεκαμωμένα
κλητική ξεκαμωμένοι ξεκαμωμένες ξεκαμωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκαμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεκάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξεκαμωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ξεκάνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]