ξεκολλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκολλώ < μεσαιωνική ελληνική ξε- + κολλώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɛ.kɔ.ˈlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκολλώ

  1. (μεταβατικό) αποκολλώ, αποσπώ ένα αντικείμενο από την επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν κολλημένο
  2. (αμετάβατο) αποσπώμαι από την επιφάνεια πάνω στην οποία με είχαν κολλήσει
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) απομακρύνομαι από μια συναναστροφή ή διακόπτω μια δραστηριότητα
    ξεκόλλα επιτέλους από τον υπολογιστή σου να πάμε καμιά βόλτα
  4. (λαϊκότροπο) ξεκολλιέμαι κυρίως στους παρελθοντικούς χρόνους για αντικείμενα, όπως ξεκολλήθηκε αντί ξεκόλλησε για κάτι που αποσπάσθηκε με βία ή πάντως με πρόθεση και δεν αποκολλήθηκε τυχαία ή από φθορά μόνο του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]