ξεκουμπώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκουμπώνω < ξε + κουμπώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκουμπώνω

  1. ανοίγω κάτι, συνήθως ένδυμα, βγάζοντας τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες ή με την απελευθέρωση ενός παρεμφερή μηχανισμού
    ξεκούμπωσε το πουκάμισό σου
  2. (μεταφορικά) (οικείο) ξαποστέλνω κάποιον
    τον ξεκούμπωσε!

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]