ξεκουράζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκουράζομαι < ξε- + κουράζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ξεκουράζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκουράζομαι

  • παραμένω σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζομαι ώστε να ανακτήσω τις σωματικές, πνευματικές κλπ δυνάμεις μου και να μου φύγει η κούραση
  • κάτι στο οποίο παρέχω χρόνο ώστε να ολοκληρωθεί σε αυτό διαδικασία, δείγμα που του παρέχεται χρόνος ώστε ή ζύμωση ή οι χημικές αντιδράσεις να επιτελεστούν
Άσε τη ζύμη να ξεκουραστεί γιατί αλλιώς θα βγει άνοστο το κέικ.
Άσε το δείγμα να ξεκουραστεί γιατί αλλιώς δεν θα διαχυθεί παντού η ουσία ώστε να υπάρχει ομοιογένεια στις χημικές μεταβολές.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]