ξεκρεμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκρεμώ < μεσαιωνική ελληνική ξεκρεμνῶ και ξεκρεμῶ < ξε + κρεμνῶ ( < (ελληνιστική κοινή) ή μεταγενέστερη κρεμάω και κρεμνάω ίσως κι από συνδυασμό των λέξεων της αρχαίας ελληνικής κρημνός και κρεμάννυμι ή κρεμύω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκρεμώ και ξεκρεμάζω

  • ξεκρέμασα τις κουρτίνες, τα πανό, τις σημαίες από το μπαλκόνι, τον πίνακα, τα ρούχα
  • Η Μπατερφλάι μπαίνει ξανά στο σπίτι. Ψύχραιμα ξεκρεμά το σπαθί του πατέρα της και διαβάζει την επιγραφή στη λεπίδα: «Πεθαίνει με τιμή αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τιμή».

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]