ξεκωλιάρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ξεκωλιάρα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλιάρης
- (υβριστικό) γυναίκα με πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους
- ※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)