Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεκωλιάρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ξεκωλιάρα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλιάρης
  2. (υβριστικό) γυναίκα με πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους
      «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)