ξελογιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξελογιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξελαγιάζω και ξελογιάζουμαι < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως απο το ξε και λόγος ή λαγός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξελογιάζω (παλιότερα και ξελαγιάζω

  1. γοητεύω κάποιον και τον κάνω να χάσει τα λογικά του
    Από την Ελλάδα τη φέρανε, που κληρονόμησε από την Εύα, ξελάγιασε τα κορίτσια. (Αργ. Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου)
  2. προκαλώ παράφορο ή άνομο έρωτα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]