ξελογιαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξελογιαστής < ξελογιάζω + -της

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξελογιαστής αρσενικό, ξελογιάστρα θηλυκό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]