ξελόγιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξελόγιασμα ξελογιάσματα
γενική ξελογιάσματος ξελογιασμάτων
αιτιατική ξελόγιασμα ξελογιάσματα
κλητική ξελόγιασμα ξελογιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξελόγιασμα < ξελογιάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξελόγιασμα ουδέτερο (παλιότερα και ξελάγιασμα)

  1. η πρόκληση ερωτικού πάθους που οδηγεί τον άλλο σε μη λογικές ενέργειες
  2. η παράσυρση σε ενέργειες που κάποιος δεν συνήθιζε, σε αλλαγή τρόπου ζωής, από πάθος για τον πλούτο, την άνετη ζωή ή κάτι άλλο ελκυστικό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]