ξεμπερδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεμπερδεύω < μεσαιωνική ελληνική ξεμπερδένω και ξεμπερδεύω < ξε και μπερδεύω ή μπερδένω < ἐν και περιδένω < αρχαία ελληνική περιδέω (πλέκω, δένω ολόγυρα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεμπερδεύω

  1. ενεργώ έτσι ώστε κάτι ή κάποιος να πάψει να είναι μπερδεμένο(ς)
    ξεμπερδεύω ένα κουβάρι μαλλί που είχε μπλεχτεί
  2. (με κάτι) ενεργώ έτσι ώστε κάτι να πάψει να με απασχολεί, απαλλάσσομαι από κάτι που ταλαιπωρεί, τελειώνω κάτι που πρέπει να κάνω
    όταν ξεμπερδέψω με τις δουλειές μου, θα σου τηλεφωνήσω να συναντηθούμε

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]