ξενερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενερώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξενερώνω

  1. συνέρχομαι από μεθύσι ή από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, επανέρχομαι σε νηφάλια κατάσταση
  2. (μεταφορικά) χάνω κάθε διάθεση ευθυμίας ή ευχαρίστησης λόγω κάποιου ξαφνικού γεγονότος
    • μεταστρέφω θετική γνώμη συνήθως λόγο δυσαρέσκειας
      ξαφνικά άρχισε να ρεύεται και ξενέρωσα τελείως!

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]