ξενογλωσσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενογλωσσία < ελληνογενής από την αγγλική xenoglossy < ξένος + -γλωσσία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξενογλωσσία θηλυκό

  1. η γνώση και η χρήση ξένων γλωσσών
  2. υποτιθέμενο παραψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο κάποιος ομιλεί μια γλώσσα την οποία κανονικά δεν γνωρίζει, συχνά μετά από ύπνωση ή κωματώδη κατάσταση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]