Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξενοδουλεμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξενοδουλεμένος η ξενοδουλεμένη το ξενοδουλεμένο
      γενική του ξενοδουλεμένου της ξενοδουλεμένης του ξενοδουλεμένου
    αιτιατική τον ξενοδουλεμένο την ξενοδουλεμένη το ξενοδουλεμένο
     κλητική ξενοδουλεμένε ξενοδουλεμένη ξενοδουλεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξενοδουλεμένοι οι ξενοδουλεμένες τα ξενοδουλεμένα
      γενική των ξενοδουλεμένων των ξενοδουλεμένων των ξενοδουλεμένων
    αιτιατική τους ξενοδουλεμένους τις ξενοδουλεμένες τα ξενοδουλεμένα
     κλητική ξενοδουλεμένοι ξενοδουλεμένες ξενοδουλεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξενοδουλεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξενοδουλεύω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ξενοδουλεμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]