ξενοδουλεύτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενοδουλεύτρα < ξενοδουλευτής + κατάληξη θηλυκού -τρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξενοδουλεύτρα θηλυκό

  1. η γυναίκα που αναγκάζεται να πλένει, να μαγειρεύει και να καθαρίζει τα σπίτια άλλων νοικοκυριών
δείτε τη λέξη ξενοδουλευτής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]