ξενοδοχείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξενοδοχείο τα ξενοδοχεία
      γενική του ξενοδοχείου των ξενοδοχείων
    αιτιατική το ξενοδοχείο τα ξενοδοχεία
     κλητική ξενοδοχείο ξενοδοχεία
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενοδοχείο < μεταγενέστερη ελληνική ξενοδοχεῖον < ξενοδόχος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɛ.nɔ.ðɔ.ˈçi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξενοδοχείο ουδέτερο

  • εγκατάσταση (κτήριο ή συγκρότημα) της οποίας τα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ενοικιάζονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα (συνήθως για μερικές ημέρες) σε επισκέπτες, στους οποίους παρέχονται πέραν της διαμονής και άλλες υπηρεσίες (πρωινό, γεύμα κ.λπ.)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]