ξενοφανής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενοφανής < μεσαιωνική ελληνική ξένος + -φανής από την παθητική φωνή αορίστου β΄εφάνην του ρήματος φαίνομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

ξενοφανής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]