ξενυστάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενυστάζω < ξε και νυστάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξενυστάζω

  1. κάνω κάτι για να μου φυγει η νύστα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]