ξενυχιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξενυχιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξενυχιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ξενυχιασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξενυχιάζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξενυχιασμένος
|
|