ξενόφιλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενόφιλος < ξένος + φίλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξενόφιλος, -η, -ο

  1. που αγαπά τους ξένους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]