ξεπερασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεπερασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπερνάω / ξεπερνώ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kse.pe.ɾaˈzme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξε‐πε‐ρα‐σμέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]ξεπερασμένος, -η, -ο
- παρωχημένος ή που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις
ξεπερασμένος νόμος, ξεπερασμένη γλώσσα, τακτική, στρατηγική, ιδεολογία
- που έχει μείνει πίσω στον τομέα του (όπως η τέχνη)
Ο Κώστας, ό,τι είχε να δώσει στην επιχείρηση το έδωσε, είναι πια ξεπερασμένος.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- ντεπασέ
- πασέ
- → δείτε και τις λέξεις παλιομοδίτικος και ντεμοντέ
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη περασμένος