ξεπεσμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεπεσμός ξεπεσμοί
γενική ξεπεσμού ξεπεσμών
αιτιατική ξεπεσμό ξεπεσμούς
κλητική ξεπεσμέ ξεπεσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεπεσμός < ξεπέφτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεπεσμός αρσενικό (δόκιμο κυρίως στον ενικό)

  • η κοινωνική ή προσωπική παρακμή, η μετάβαση από μια ανθηρή, ακμαία, δημιουργική κατάσταση σε μια υποδεέστερη (οικονομική, κοινωνική, επαγγελματική, ηθική ή ψυχική)
  • «Ο ξεπεσμός της Ελλάδας είναι της ψυχής ξεπεσμός κι από το προφητικό του ύφος (του Παλαμά) βλέπεις με μιας ολάκερη την κατηφορική γραμμή» (Κ. Τσάτσος για το "Δωδεκάλογο του Γύφτου")

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]