ξεπλένω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεπλένω < μεσαιωνική ελληνική ξεπλύνω < αρχαία ελληνική ἐκπλύνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεπλένω

  1. βγάζω τα σαπούνια από τα ρούχα ή τα πιάτα ή οποιαδήποτε επιφάνεια έπλυνα με σαπούνι
  2. πλένω πρόχειρα κάτι, ρίχνω νερό και το ψευτοπλένω, π.χ. ρίχνοντας ένα κουβά νερό στο εξωτερικό του αυτοκινήτου ή καταβρέχοντας με το λάστιχο το τραπέζι της βεράντας για να φύγουν οι σκόνες
  3. (μεταφορικά) αποκαθιστώ κάποιον ηθικά από ντροπή ή προσβολή
  4. (μεταφορικά) κάνω να εμφανίζονται ως νόμιμα χρήματα που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]