ξεραντέρ'
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεραντέρ' < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξηραντίριον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξεραντέρ' ουδέτερο
- χώρος για την αποθήκευση και την ξήρανση ορισμένων δημητριακών και για την πρόληψη της σήψης των λαχανικών του κήπου.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- → δείτε ξεραντέρ'#References στο αγγλικό Βικιλεξικό