ξεραντέριν
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεραντέριν < ξεραντέρ'
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξεραντέριν ουδέτερο
- (διάλεκτος της Κερασούντας) άλλη μορφή του ξεραντέρ'
Πηγές
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)