ξερατό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξερατό ξερατά
γενική ξερατού ξερατών
αιτιατική ξερατό ξερατά
κλητική ξερατό ξερατά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερατό < μεσαιωνική ελληνική < ξερνώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξερατό ουδέτερο

  1. το έμεσμα, το υγρό που αποβάλλεται από το στομάχι κατά τη διάρκεια ενός εμετού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]