ξεριζωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ξεριζωμένος ξεριζωμένη ξεριζωμένο
γενική ξεριζωμένου ξεριζωμένης ξεριζωμένου
αιτιατική ξεριζωμένο ξεριζωμένη ξεριζωμένο
κλητική ξεριζωμένε ξεριζωμένη ξεριζωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεριζωμένοι ξεριζωμένες ξεριζωμένα
γενική ξεριζωμένων ξεριζωμένων ξεριζωμένων
αιτιατική ξεριζωμένους ξεριζωμένες ξεριζωμένα
κλητική ξεριζωμένοι ξεριζωμένες ξεριζωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεριζωμένος < μετοχή παθ. παρακειμένου του ξεριζώνομαι < ξεριζώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

ξεριζωμένος

  1. αυτός που έχει ξεριζωθεί από τον τόπο του, ο εκτοπισμένος
    Οι ξεριζωμένοι Πόντιοι, Αρμένιοι
  2. αυτός που έχει φύγει χρόνια από τον τόπο του ως μετανάστης για οικονομικούς λόγους και εξακολουθεί από ανάγκη να μένει μακριά από τις ρίζες του
    Οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες που βρέθηκαν στην Ευρώπη για ένα πιάτο φαϊ
  3. αυτό που έχει χάσει τις ρίζες του, έχει αποκοπεί από την φυσική του καταγωγή, από τις οικείες συμπεριφορές ή συναισθήματα, που αλλάζει δραστικά
    Ο Ιαβέρης ένιωθε ξεριζωμένος.. φιλόσοφος... οσο κι αν ζητούσε τον εαυτό του, δεν τον έβρισκε πια ("Οι Αθλιοι" του Ουγκό, ο Ξεστρατισμένος Ιαβέρης)
  4. το φυτό που έχει αποσπαστεί από το χώμα μαζί με τις ρίζες του
    Στα ποδια του Παρθενώνα καλύβες... ιερά μάρμαρα στοιχειωμένα... φυτείες, ξεραμένες, ξεριζωμένες,πυρπολημένες... δακρυσμένες γυναίκες χωρίς ψωμί (La Grèce telle qu’elle est, του Πέρου Μωραϊτίνη, 1877)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη ξεριζώνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]