ξεριζώνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεριζώνομαι < παθητικός τύπος του ξεριζώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεριζώνομαι, παθητικό: ξεριζώνομαι, παθητική μετοχή: ξεριζωμένος

  1. (για φυτό) αποσπώμαι από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες
  2. (μεταφορικά) (για πληθυσμό) απομακρύνομαι με τη βία από την κοιτίδα μου
  3. (μεταφορικά) (για άνθρωπο) ζω μακριά απο τον τόπο του
    Παντρεύτηκε Αμερικάνα και τον χάσαμε, πάει, ξεριζώθηκε

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]