Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξερολούκουμο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξερολούκουμο τα ξερολούκουμα
      γενική του ξερολούκουμου των ξερολούκουμων
    αιτιατική το ξερολούκουμο τα ξερολούκουμα
     κλητική ξερολούκουμο ξερολούκουμα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξερολούκουμο < ξερο- + λουκούμ(ι) + -ο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξερολούκουμο ουδέτερο

  1. (γλυκό) είδος λουκουμιού
  2. (μεταφορικά, προφορικό)  δείτε τη φράση σαν ξερολούκουμο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ξερολούκουμο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)