ξερολούκουμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξερολούκουμο < ξερο- + λουκούμ(ι) + -ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξερολούκουμο ουδέτερο
- (γλυκό) είδος λουκουμιού
- (μεταφορικά, προφορικό) → δείτε τη φράση σαν ξερολούκουμο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξερολούκουμο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ξερολούκουμο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ξερο- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)