ξερό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξερό τα ξερά
      γενική του ξερού των ξερών
    αιτιατική το ξερό τα ξερά
     κλητική ξερό ξερά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερό < ή από το ξερός ή από το μεσαιωνική ελληνική ξεράδι (απο το κομμένο ξερό κλαδί, πιθανόν λόγω της ομοιότητας των χεριών με το λεπτό κλαρί ή και της υπαινισσόμενης απειλής ότι για τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά κάποιος θα το αποκόψει και θα ξεραθεί σαν το κλαρί)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξερό ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) και (μειωτικό) το χέρι και σπανίως το πόδι
    Τράβα το ξερό σου
    Μην τολμήσεις να ξανασηκώσεις τα ξερά σου πάνω στο παιδί!

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ξερό