ξερόχορτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξερόχορτο ξερόχορτα
γενική ξερόχορτου ξερόχορτων
αιτιατική ξερόχορτο ξερόχορτα
κλητική ξερόχορτο ξερόχορτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερόχορτο < ξερό + χόρτο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξερόχορτο ουδέτερο

  • αμπέλια, νωποτρύγητα, γελαστά περιβόλια, γεμάτα ωμορφιά και χάρι...και μόνο πως τον γλυκύτατο, αμίμητο χρωματισμό, πού και πού, θαρρείς, εκηλίδωνε, θερισμένο ή χέρσο χωράφι, γεμάτο αγκάθια και ξερόχορτα, σαν που αμαυρώνουν, εδώ και εκεί, σταχτόμαυρα συννεφάκια, του καθάριου ουρανού το καταγάλαζο χρώμα (Παν. Αξιώτης, Διηγήματα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]