ξεσηκωμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεσηκωμός ξεσηκωμοί
γενική ξεσηκωμού ξεσηκωμών
αιτιατική ξεσηκωμό ξεσηκωμούς
κλητική ξεσηκωμέ ξεσηκωμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεσηκωμός < ξεσηκώνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεσηκωμός αρσενικό

  1. η εξέγερση
  2. η αναστάτωση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]