Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεστολίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ξεσκολίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεστολίζω < ξε- + στολίζω

ξεστολίζω (παθητική φωνή: ξεστολίζομαι)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]