Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεσφίγγω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεσφίγγω < ξε- + σφίγγω

ξεσφίγγω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]