Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεφιτιλίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ξεφτιλίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεφιτιλίζω < ξε- + φιτίλ(ι) + -ίζω[1]. Δεν σχετίζεται με το παρώνυμο ξεφτιλίζω, που προέρχεται από την ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kse.fi.tiˈli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξεφιτιλίζω
παρώνυμο: ξεφτιλίζω

ξεφιτιλίζω, παθ.φωνή: ξεφιτιλίζομαι, μτχ.π.π.: ξεφιτιλισμένος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε φιτίλι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.