ξεφιτιλίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεφιτιλίζω < ξε- + φιτίλ(ι) + -ίζω[1]. Δεν σχετίζεται με το παρώνυμο ξεφτιλίζω, που προέρχεται από την ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kse.fi.tiˈli.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξε‐φι‐τι‐λί‐ζω
- παρώνυμο: ξεφτιλίζω
Ρήμα
[επεξεργασία]ξεφιτιλίζω, παθ.φωνή: ξεφιτιλίζομαι, μτχ.π.π.: ξεφιτιλισμένος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε φιτίλι
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ξεφιτιλίζω | ξεφιτίλιζα | θα ξεφιτιλίζω | να ξεφιτιλίζω | ξεφιτιλίζοντας | |
| β' ενικ. | ξεφιτιλίζεις | ξεφιτίλιζες | θα ξεφιτιλίζεις | να ξεφιτιλίζεις | ξεφιτίλιζε | |
| γ' ενικ. | ξεφιτιλίζει | ξεφιτίλιζε | θα ξεφιτιλίζει | να ξεφιτιλίζει | ||
| α' πληθ. | ξεφιτιλίζουμε | ξεφιτιλίζαμε | θα ξεφιτιλίζουμε | να ξεφιτιλίζουμε | ||
| β' πληθ. | ξεφιτιλίζετε | ξεφιτιλίζατε | θα ξεφιτιλίζετε | να ξεφιτιλίζετε | ξεφιτιλίζετε | |
| γ' πληθ. | ξεφιτιλίζουν(ε) | ξεφιτίλιζαν ξεφιτιλίζαν(ε) |
θα ξεφιτιλίζουν(ε) | να ξεφιτιλίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ξεφιτίλισα | θα ξεφιτιλίσω | να ξεφιτιλίσω | ξεφιτιλίσει | ||
| β' ενικ. | ξεφιτίλισες | θα ξεφιτιλίσεις | να ξεφιτιλίσεις | ξεφιτίλισε | ||
| γ' ενικ. | ξεφιτίλισε | θα ξεφιτιλίσει | να ξεφιτιλίσει | |||
| α' πληθ. | ξεφιτιλίσαμε | θα ξεφιτιλίσουμε | να ξεφιτιλίσουμε | |||
| β' πληθ. | ξεφιτιλίσατε | θα ξεφιτιλίσετε | να ξεφιτιλίσετε | ξεφιτιλίστε | ||
| γ' πληθ. | ξεφιτίλισαν ξεφιτιλίσαν(ε) |
θα ξεφιτιλίσουν(ε) | να ξεφιτιλίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ξεφιτιλίσει | είχα ξεφιτιλίσει | θα έχω ξεφιτιλίσει | να έχω ξεφιτιλίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ξεφιτιλίσει | είχες ξεφιτιλίσει | θα έχεις ξεφιτιλίσει | να έχεις ξεφιτιλίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ξεφιτιλίσει | είχε ξεφιτιλίσει | θα έχει ξεφιτιλίσει | να έχει ξεφιτιλίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ξεφιτιλίσει | είχαμε ξεφιτιλίσει | θα έχουμε ξεφιτιλίσει | να έχουμε ξεφιτιλίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ξεφιτιλίσει | είχατε ξεφιτιλίσει | θα έχετε ξεφιτιλίσει | να έχετε ξεφιτιλίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ξεφιτιλίσει | είχαν ξεφιτιλίσει | θα έχουν ξεφιτιλίσει | να έχουν ξεφιτιλίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξεφιτιλίζω
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.