ξεφορτώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφορτώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεφορτώνω, παθ. φωνή ξεφορτώνομαι, παθ. μτχ: ξεφορτωμένος

  1. (μεταβατικό) βγάζω από κάποιο μεταφορικό μέσο το φορτίο του
    ευτυχώς που με βοήθησε και ξεφορτώσαμε γρήγορα το αμάξι γιατί δεν θα προλάβαινα να πάω έγκαιρα στη δουλειά
  2. (μεταβατικό) απαλλάσσω κάποιον, μερικά ή συνολικά, από το υλικό φορτίο που κουβαλάει
  3. (αμετάβατο) απαλλάσσομαι από κάτι που με ενοχλεί, που το θεωρώ βάρος υλικό ή ψυχικό
    προσπαθούσα τρεις βδομάδες να ξεφορτωθώ από αυτές τις μετοχές
    είχα ξεφορτωθεί το δύο καρό στην προηγούμενη γύρα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: ξεφορτώνομαι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]