Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεφτιλίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ξεφιτιλίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεφτιλίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω, με σίγηση του αρκτικού άτονου [e] και με αφομοίωση του [e] [i] ([teli] > [tili])[1][2]. Βάσει της ετυμολόγησης αυτής προτιμάται η γραφή ξευτιλίζω[3].
Η ετυμολόγηση από το ξεφιτιλίζω, όπως στο ΛΚΝ, ( < ξε- + φιτίλι) με συγκοπή του άτονου < ι > (βγάζω το φιτίλι από το λυχνάρι)[4] είναι σημασιολογικά απίθανη και απορρίπτεται από άλλους γλωσσολόγους όπως ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος την χαρακτηρίζει «σημασιολογικά ανερμήνευτη»[3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kse.ftiˈli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξεφτιλίζω
παρώνυμο: ξεφιτιλίζω

ξεφτιλίζω, αόρ.: ξεφτίλισα, παθ.φωνή: ξεφτιλίζομαι, π.αόρ.: ξεφτιλίστηκα, μτχ.π.π.: ξεφτιλισμένος

  1. εκμηδενίζω την αξία κάποιου
    παράδειγμα Ο πληθωρισμός έχει ξεφτιλίσει τελείως το χρήμα.
  2. με την συμπεριφορά μου προκαλώ την ηθική μείωση, ταπείνωση ενός προσώπου
    παράδειγμα Άρχισε να φωνάζει και να τον κατηγορεί μπροστά σε όλο τον κόσμο. Τον ξεφτίλισε τελείως.
  3. μεθώ κάποιον άγρια
  4. (αθλητισμός) διασύρω αντίπαλη ομάδα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ξεφτιλίζω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  3. 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  4. ξεφτιλίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας