ξεφτιλίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεφτιλίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω, με σίγηση του αρκτικού άτονου [e] και με αφομοίωση του [e] [i] ([teli] > [tili])[1][2]. Βάσει της ετυμολόγησης αυτής προτιμάται η γραφή ξευτιλίζω[3].
- Η ετυμολόγηση από το ξεφιτιλίζω, όπως στο ΛΚΝ, ( < ξε- + φιτίλι) με συγκοπή του άτονου < ι > (βγάζω το φιτίλι από το λυχνάρι)[4] είναι σημασιολογικά απίθανη και απορρίπτεται από άλλους γλωσσολόγους όπως ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος την χαρακτηρίζει «σημασιολογικά ανερμήνευτη»[3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kse.ftiˈli.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξε‐φτι‐λί‐ζω
- παρώνυμο: ξεφιτιλίζω
Ρήμα
[επεξεργασία]ξεφτιλίζω, αόρ.: ξεφτίλισα, παθ.φωνή: ξεφτιλίζομαι, π.αόρ.: ξεφτιλίστηκα, μτχ.π.π.: ξεφτιλισμένος
- (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του εξευτελίζω
- εκμηδενίζω την αξία κάποιου
Ο πληθωρισμός έχει ξεφτιλίσει τελείως το χρήμα.
- με την συμπεριφορά μου προκαλώ την ηθική μείωση, ταπείνωση ενός προσώπου
Άρχισε να φωνάζει και να τον κατηγορεί μπροστά σε όλο τον κόσμο. Τον ξεφτίλισε τελείως.
- μεθώ κάποιον άγρια
- (αθλητισμός) διασύρω αντίπαλη ομάδα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ξεφτιλίζω | ξεφτίλιζα | θα ξεφτιλίζω | να ξεφτιλίζω | ξεφτιλίζοντας | |
| β' ενικ. | ξεφτιλίζεις | ξεφτίλιζες | θα ξεφτιλίζεις | να ξεφτιλίζεις | ξεφτίλιζε | |
| γ' ενικ. | ξεφτιλίζει | ξεφτίλιζε | θα ξεφτιλίζει | να ξεφτιλίζει | ||
| α' πληθ. | ξεφτιλίζουμε | ξεφτιλίζαμε | θα ξεφτιλίζουμε | να ξεφτιλίζουμε | ||
| β' πληθ. | ξεφτιλίζετε | ξεφτιλίζατε | θα ξεφτιλίζετε | να ξεφτιλίζετε | ξεφτιλίζετε | |
| γ' πληθ. | ξεφτιλίζουν(ε) | ξεφτίλιζαν ξεφτιλίζαν(ε) |
θα ξεφτιλίζουν(ε) | να ξεφτιλίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ξεφτίλισα | θα ξεφτιλίσω | να ξεφτιλίσω | ξεφτιλίσει | ||
| β' ενικ. | ξεφτίλισες | θα ξεφτιλίσεις | να ξεφτιλίσεις | ξεφτίλισε | ||
| γ' ενικ. | ξεφτίλισε | θα ξεφτιλίσει | να ξεφτιλίσει | |||
| α' πληθ. | ξεφτιλίσαμε | θα ξεφτιλίσουμε | να ξεφτιλίσουμε | |||
| β' πληθ. | ξεφτιλίσατε | θα ξεφτιλίσετε | να ξεφτιλίσετε | ξεφτιλίστε | ||
| γ' πληθ. | ξεφτίλισαν ξεφτιλίσαν(ε) |
θα ξεφτιλίσουν(ε) | να ξεφτιλίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ξεφτιλίσει | είχα ξεφτιλίσει | θα έχω ξεφτιλίσει | να έχω ξεφτιλίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ξεφτιλίσει | είχες ξεφτιλίσει | θα έχεις ξεφτιλίσει | να έχεις ξεφτιλίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ξεφτιλίσει | είχε ξεφτιλίσει | θα έχει ξεφτιλίσει | να έχει ξεφτιλίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ξεφτιλίσει | είχαμε ξεφτιλίσει | θα έχουμε ξεφτιλίσει | να έχουμε ξεφτιλίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ξεφτιλίσει | είχατε ξεφτιλίσει | θα έχετε ξεφτιλίσει | να έχετε ξεφτιλίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ξεφτιλίσει | είχαν ξεφτιλίσει | θα έχουν ξεφτιλίσει | να έχουν ξεφτιλίσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ξεφτιλίζομαι | ξεφτιλιζόμουν(α) | θα ξεφτιλίζομαι | να ξεφτιλίζομαι | ||
| β' ενικ. | ξεφτιλίζεσαι | ξεφτιλιζόσουν(α) | θα ξεφτιλίζεσαι | να ξεφτιλίζεσαι | ||
| γ' ενικ. | ξεφτιλίζεται | ξεφτιλιζόταν(ε) | θα ξεφτιλίζεται | να ξεφτιλίζεται | ||
| α' πληθ. | ξεφτιλιζόμαστε | ξεφτιλιζόμαστε ξεφτιλιζόμασταν |
θα ξεφτιλιζόμαστε | να ξεφτιλιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | ξεφτιλίζεστε | ξεφτιλιζόσαστε ξεφτιλιζόσασταν |
θα ξεφτιλίζεστε | να ξεφτιλίζεστε | (ξεφτιλίζεστε) | |
| γ' πληθ. | ξεφτιλίζονται | ξεφτιλίζονταν ξεφτιλιζόντουσαν |
θα ξεφτιλίζονται | να ξεφτιλίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ξεφτιλίστηκα | θα ξεφτιλιστώ | να ξεφτιλιστώ | ξεφτιλιστεί | ||
| β' ενικ. | ξεφτιλίστηκες | θα ξεφτιλιστείς | να ξεφτιλιστείς | ξεφτιλίσου | ||
| γ' ενικ. | ξεφτιλίστηκε | θα ξεφτιλιστεί | να ξεφτιλιστεί | |||
| α' πληθ. | ξεφτιλιστήκαμε | θα ξεφτιλιστούμε | να ξεφτιλιστούμε | |||
| β' πληθ. | ξεφτιλιστήκατε | θα ξεφτιλιστείτε | να ξεφτιλιστείτε | ξεφτιλιστείτε | ||
| γ' πληθ. | ξεφτιλίστηκαν ξεφτιλιστήκαν(ε) |
θα ξεφτιλιστούν(ε) | να ξεφτιλιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ξεφτιλιστεί | είχα ξεφτιλιστεί | θα έχω ξεφτιλιστεί | να έχω ξεφτιλιστεί | ξεφτιλισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις ξεφτιλιστεί | είχες ξεφτιλιστεί | θα έχεις ξεφτιλιστεί | να έχεις ξεφτιλιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ξεφτιλιστεί | είχε ξεφτιλιστεί | θα έχει ξεφτιλιστεί | να έχει ξεφτιλιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ξεφτιλιστεί | είχαμε ξεφτιλιστεί | θα έχουμε ξεφτιλιστεί | να έχουμε ξεφτιλιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ξεφτιλιστεί | είχατε ξεφτιλιστεί | θα έχετε ξεφτιλιστεί | να έχετε ξεφτιλιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ξεφτιλιστεί | είχαν ξεφτιλιστεί | θα έχουν ξεφτιλιστεί | να έχουν ξεφτιλιστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι ξεφτιλισμένος - είμαστε, είστε, είναι ξεφτιλισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν ξεφτιλισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ξεφτιλισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ξεφτιλισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ξεφτιλισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι ξεφτιλισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι ξεφτιλισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ξεφτιλίζω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
- 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ξεφτιλίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ξε- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)