Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεφτιλισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεφτιλισμένος η ξεφτιλισμένη το ξεφτιλισμένο
      γενική του ξεφτιλισμένου της ξεφτιλισμένης του ξεφτιλισμένου
    αιτιατική τον ξεφτιλισμένο την ξεφτιλισμένη το ξεφτιλισμένο
     κλητική ξεφτιλισμένε ξεφτιλισμένη ξεφτιλισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεφτιλισμένοι οι ξεφτιλισμένες τα ξεφτιλισμένα
      γενική των ξεφτιλισμένων των ξεφτιλισμένων των ξεφτιλισμένων
    αιτιατική τους ξεφτιλισμένους τις ξεφτιλισμένες τα ξεφτιλισμένα
     κλητική ξεφτιλισμένοι ξεφτιλισμένες ξεφτιλισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεφτιλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεφτιλίζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kse.fti.liˈzme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξεφτιλισμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

ξεφτιλισμένος, -η, -ο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]