ξεφόρτωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεφόρτωμα ξεφορτώματα
γενική ξεφορτώματος ξεφορτωμάτων
αιτιατική ξεφόρτωμα ξεφορτώματα
κλητική ξεφόρτωμα ξεφορτώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφόρτωμα < ξεφορτώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεφόρτωμα ουδέτερο

  1. η εκφόρτωση αντικειμένων, η μετακίνηση στο έδαφος ενός βάρους ή συσκευασίας ή γενικά [[[φορτίο|φορτίων]] από το μεταφορικό μέσο στο οποίο βρίσκονται
  2. (κατ’ επέκταση) η απαλλαγή από υλικό βάρος ή κάτι ανεπιθύμητο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]