Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεφύτρωσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ξεφύτρωσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφυτρώνω