ξεχασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεχασμένος ξεχασμένη ξεχασμένο
γενική ξεχασμένου ξεχασμένης ξεχασμένου
αιτιατική ξεχασμένο ξεχασμένη ξεχασμένο
κλητική ξεχασμένε ξεχασμένη ξεχασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεχασμένοι ξεχασμένες ξεχασμένα
γενική ξεχασμένων ξεχασμένων ξεχασμένων
αιτιατική ξεχασμένους ξεχασμένες ξεχασμένα
κλητική ξεχασμένοι ξεχασμένες ξεχασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεχασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεχνάω / ξεχνώ, ξεχνιέμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξεχασμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν ξεχάσει
    • Ξεχασμένοι οι τελευταίοι Κουταλιανοί της Αθήνας, σε ένα υπόγειο πέθανε μετά από τροχαίο ο Τζιμ Αρμάου και τώρα ο θρυλικός Σαμψών, ο Γιάννης Κεσκιλίδης, ξεχασμένος χωρίς σύνταξη και φάρμακα στα 85 του χρόνια'
  2. που είναι αφηρημένος, ξεχνάει, σαν χαμένος
    • Ο Παπα-Παρθένης έμεινε στην ανοικτή πόρτα, σα ξεχασμένος, κυττάζοντας στο υγρό σκοτάδι, με μια βαθειά μελαγχολία (Παύλος Νιρβάνας, "Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη κι άλλες νησιώτικες ιστορίες", 1915)
δείτε τη λέξη: ξεχνώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]