ξεχνιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ξεχνιέται

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεχνιέμαι < παθητική φωνή του ξεχνώ
Αρχικοί Χρόνοι Παθητική Φωνή
Ενεστώτας ξεχνιέμαι
Παρατατικός ξεχνιόμουν
Μέλλοντας Στιγμ. θα ξεχαστώ
Μέλλοντας Εξακολ. θα ξεχνιέμαι
Αόριστος ξεχάστηκα
Παρακείμενος έχω ξεχαστεί
Μετοχή παθ. παρακ. ξεχασμένος

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεχνιέμαι

  1. είμαι αφηρημένος ή κουρασμένος και λησμονώ να κάνω κάτι
    • Ώχ! Ξεχάστηκα!
    • ...μα ξαναγύριζε πάλι να πάρη κάποιον ακόμα, που ξεχάστηκε μέσα στα δάκρια, κι αφού τον έπαιρνε κι αυτόν ξεκινούσε γλυστρώντας αγάλι' αγάλια στην αρχή στα κυματάκια της θάλασσας... (Μήτσος Χατζόπουλος, Οι Κληρωτοί, στο "Ντόπιες Ζωγραφιές" 1897)
  2. με ξεχνούν, είτε επειδή περνά καιρός είτε επειδή φαίνομαι πια ασήμαντος
    • Το σκάνδαλο ξεχάστηκε αμέσως γιατί ξέσπασαν άλλα μεγαλύτερα
    • Το πρώτο τόνομα γλήγορα ξεχάστηκε, κι απόμεινε μονάχα σε βιβλία και σ' έγγραφα. Το δεύτερο έμεινε και θα μείνη, εξόν αν άλλες φυλές και γλώσσες μας το ιεροσυλήσουν κι αυτό, και κάμουν ό,τι μια Τουρκιά δε δυνήθηκε (Αργύρης Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]