ξεχωρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεχωρισμένος ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
γενική ξεχωρισμένου ξεχωρισμένης ξεχωρισμένου
αιτιατική ξεχωρισμένο ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
κλητική ξεχωρισμένε ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεχωρισμένοι ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα
γενική ξεχωρισμένων ξεχωρισμένων ξεχωρισμένων
αιτιατική ξεχωρισμένους ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα
κλητική ξεχωρισμένοι ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεχωρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεχωρίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξεχωρισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ξεχωρίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]