ξεψυχισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ξεψυχισμένος ξεψυχισμένη ξεψυχισμένο
γενική ξεψυχισμένου ξεψυχισμένης ξεψυχισμένου
αιτιατική ξεψυχισμένο ξεψυχισμένη ξεψυχισμένο
κλητική ξεψυχισμένε ξεψυχισμένη ξεψυχισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεψυχισμένοι ξεψυχισμένες ξεψυχισμένα
γενική ξεψυχισμένων ξεψυχισμένων ξεψυχισμένων
αιτιατική ξεψυχισμένους ξεψυχισμένες ξεψυχισμένα
κλητική ξεψυχισμένοι ξεψυχισμένες ξεψυχισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεψυχισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ξεψυχώ

Μετοχή[επεξεργασία]

ξεψυχισμένος -η -ο

  1. νεκρός
    Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος - Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ - Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος - Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.» (Αστραπόγιαννος-Λαμπέτης, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
  2. ξέπνοος, άτονος
    Μιλούσε με ξεψυχισμένη φωνή
  3. πολύ κουρασμένος
    'Ηρθε ξεψυχισμένη μετά την τόση ανηφόρα και έκατσε να ανασάνει...


Μεταφράσεις[επεξεργασία]