Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξημέρωμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξημέρωμα τα ξημερώματα
      γενική του ξημερώματος των ξημερωμάτων
    αιτιατική το ξημέρωμα τα ξημερώματα
     κλητική ξημέρωμα ξημερώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξημέρωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξημέρωμα < ξημερώνω + -μα[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξημέρωμα ουδέτερο

το ξημέρωμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξημέρωμα < ξημερώ(νω) + -μα
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ξημέρωμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξημέρωμα ουδέτερο

  1. η αυγή, η ανατολή
  2. το πρωί
  3. (νομικός όρος) η κλήτευση στο δικαστήριο
  4. (συνεκδοχικά) το δώρο που δινόταν στη νύφη το πρωί της επομένης του γάμου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]