ξημαρίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξημαρίζω < εκ + μεσαιωνική ελληνική μαγαρίζω (λερώνω) < εκ + αρχαία ελληνική μεγαρίζω (αποδίδω τιμή στους θεούς κάνοντας την τελετή με τα Μέγαρα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξημαρίζω

  1. (κυπριακή διάλεκτος) λερώνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]