ξινό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξινό ουδέτερο

  1. (μόνο στον ενικό) μια από τις πέντε βασικές γεύσεις
  2. (μόνο στον πληθυντικό) τα εσπεριδοειδή όπως το λεμόνι, που έχουν ξινή γεύση

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ξινό