ξινό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξινό ουδέτερο

  1. (μόνο στον ενικό) μια από τις πέντε βασικές γεύσεις
  2. (μόνο στον πληθυντικό) τα εσπεριδοειδή όπως το λεμόνι, που έχουν ξινή γεύση

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ξινό