ξινόγαλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξινόγαλα τα ξινογάλατα
      γενική του ξινογάλατος των ξινογαλάτων
    αιτιατική το ξινόγαλα τα ξινογάλατα
     κλητική ξινόγαλα ξινογάλατα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξινόγαλα < μεσαιωνική ελληνική ξινόγαλα < ξινός + -ο- + γάλα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈnɔ.ɣa.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξινόγαλα ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]